ἐκτελ-έω · ektel-eō — LSJ
bring to an end, accomplish, achieve, ἐκτελέσας μέγα ἔργον Od. 3.275; ὥς κεν..ἐκτελέσειεν ἀέθλους 8.22; ὁδὸν ἐκτελέσαντες 10.41, etc.; fulfil a promise, etc., οὐδέ τοι ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν Il. 2.286; μή οἱ ἀπειλὰς ἐκτελέσωσι θεοί 9.245; οὔ θην Ἕκτορι πάντα νοήματα..Ζεὺς ἐκτελέει 10.105, etc.; ἐπιθυμίην Hdt. 1.32; ἔρωτα Pl. Smp. 193c; τἀντεταλμένα E. Ph. 1648 codd.; μυστήρια PMag. Osl. 1.306 : abs., Δαρείου ἐκτελέσας (sc. τὸ ἔργον) κατὰ νοῦν Epigr. ap. Hdt. 4.88:—Pass., ὧδε γὰρ ἐκτελέεσθαι ὀΐομα
of Time, Hes. Op. 565, Hdt. 6.69, Pi. P. 4.104:—Pass., μῆνές τε καὶ ἡμέραι ἐξετελεῦντο Od. 11.294.