ἐκθηλ-ύνω · ekthēl-ynō — LSJ
soften, weaken, τὸ σκέλος ἐκτεθηλυσμένον γίνεται Hp. Art. 52, cf. 56; make effeminate, στρατιὰν ταῖς ἡδοναῖς Str. 5.4.13; τὴν νεότητα ταῖς ἀγωγαῖς D.H. l.c.; ψυχάς Corn. ND 20 :—Pass., ἐκτεθηλυμμένος καὶ τῇ ψυχῇ καὶ τῷ σώματι Plb. 36.15.2, cf. 28.21.3, D.C. 50.27; of plants, become enfeebled, Thphr. CP 3.1.3.
Gramm., make a feminine of, EM 473.35.