ἐκ-τρίβω · ek-tribō — LSJ
rub out, i.e. produce by rubbing, πῦρ ἔκ τινος X. Cyr. 2.2.15; φλόγα Poll. 9.155 (but in S. Ph. 296 ἐν πέτροισι πέτρον ἐκτρίβων . . ἔφηνʼ ἄφαντον φῶς rubbing hard): metaph., λύπην Plu. Cons.ux. 2.610b:—Pass., τὰ ψυχικὰ προτερήματα διὰ τὰ ἔπαθλα οἷον ἐκτρίβεται Longin. 44.3.
rub out, i.e. to destroy root and branch, σφέας πίτυος τρόπον ἀπείλεε ἐκτρίψειν (cf. πίτυς) Hdt. 6.37; ἐ. τινὰ πρόρριζον E. Hipp. 684; τὴν ποίην ἐκ τῆς γῆς ἐκτρίβειν Hdt. 4.120; αὕτη μʼ ἡ γυνή ποτʼ ἐκτρίψει Herod. 6.27, dub. in E. Cyc. 475; βίον ἐ. bring life to a wretched end, = Lat. conterere vitam, S. OT 248, cf. 428:—Pass., πρόρριζος ἐκτέτριπται Hdt. 6.86.δʹ; ὁπλὰς ἐκτετριμμένος with the hoofs worn off, Luc. Asin. 19.
rub constantly, wear out, Ἄτλας . . νώτοις οὐρανὸν ἐκτρίβων E. Ion 2 (s. v.l.).
rub, thresh out, f.l. in Nic. Fr. 68.3.
polish, Thphr. HP 4.11.6, Plb. 10.20.2; ἀργυρώματα Class.Phil. 19.234 (iii B.C.); cf. ἐξετρίβετο· σφόδρα ἐκοσμεῖτο, Hsch.
wipe out, Herod. 1.79.