ἐλπίζω · elpizō — LSJ
hope for, or rather (in earlier writers) look for, expect:—Constr.: c. acc., A. Th. 589, Ch. 539, etc., τι παρά τινος X. Mem. 4.3.17, D. 19.102: freq. with a dependent clause in inf., hope to do, or hope or expect that . .; c. fut. inf., ἐ. μιν ἀποθανέεσθαι Hdt. 3.143, cf. Antipho 2.3.6, Th. 4.71, Lys. 16.2; ἐ. τὴν Εὐρώπην δουλώσεσθαι (v.l. -ασθαι) Id. 2.21: c. aor. inf., ἐ. ποτὲ δεῖξαι S. Ph. 629; ἤλπιζον ἑλεῖν X. Ages. 7.6: also with ἄν, οὐδαμὰ ἐλπίζων ἂν ἡμίονον τεκέειν Hdt. 3.151, Th. 2.53;
of evils, look for, fear, in same constr., δύστανον ἐ. αἶσαν S. Tr. 111 (lyr.); ἔξοδον ὀλεθρίαν Αἴαντος ἐλπίζει φέρειν Id. Aj. 799, cf. Lys. 12.70; τουτί . . τὸ κακὸν οὐδέποτʼ ἤλπισα Ar. Av. 956; ἐ. πάγχυ ἀπολέεσθαι Hdt. 8.12; θῆράς σφε τὸν δύστηνον ἐλπίζει κτανεῖν E. Ion 348: with μή folld. by aor. subj., οὐδαμὰ ἐλπίσας μή κοτε ἐλάσῃ Hdt. 1.77; οὐκ ἂν ἤλπισε μή κοτέ τις ἀναβαίη Id. 8.53.
c. pres. inf., deem, suppose that . ., Emp. 11.2; ἐλπίζων εἶναι . . ὀλβιώτατος Hdt. 1.30; ἐλπίζων σιτοδείην τε εἶναι ἰσχυρὴν . . καὶ τὸν λεὼν τετρῦσθαι ib. 22; οἰκότα ἐλπίζων ib. 27, cf. A. Th. 76, Ch. 187; βοῦν ἢ λέοντʼ ἤλπιζες ἐντείνειν βρόχοις; E. Andr. 720; ἐλπίζει δυνατὸς εἶναι ἄρχειν Pl. R. 573c; ὅστις ἐλπίζει θεοὺς . . χαίρειν ἀπαρχαῖς Trag.Adesp. 118.2: sts. of future events, τίς ἂν ἤλπισεν ἁμαρτήσεσθαί τινα τῶν πολιτῶν τοιαύτην ἁμαρτίαν; Lys. 31.27; οὐδὲν . . ποιήσειν ἐλπίζων D. 4.7.
c. dat., hope in . ., τῇ τύχῃ Th. 3.97; ὀνόματι Ev.Matt. 12.21: also with Preps., ἔν τισι LXX 4 Ki. 18.5; πρός τι ib. Jd. 20.36; ἐ. εἴς τινα Ev.Jo. 5.45, al.; ἐπί τινι Ep.Rom. 15.12, al.; ἐπί τινα 1 Ep.Pet. 3.5.