ἔμπᾱς · empas — LSJ
poet. Adv.
= ὁμοίως, alike, Ζεὺς δʼ ἔ. πάντʼ ἰθύνει Il. 17.632; ἔ. ἐς γαῖάν τε καὶ οὐρανὸν ἵκετʼ ἀϋτμή 14.174; ἔ. τὰ καὶ τὰ νέμων Pi. P. 5.55.
in any case, νῦν δʼ ἔ. γὰρ κῆρες ἐφεστᾶσιν θανάτοιο, ἴομεν Il. 12.326; οὐκ ἐφάμην ῥιγωσέμεν ἔ. Od. 14.481; anyhow, as things are, σὺ δὲ χαῖρε καὶ ἔ. 5.205, cf. Il. 19.308, v.l. for αὕτως in Od. 16.143; ὄφρʼ ἔτι μᾶλλον Τρωσὶ μὲν εὐκτὰ γένηται ἐπικρατέουσί περ ἔ. though they are victorious as it is, Il. 14.98.
in the same way, so, ἔ. μοι τοῖχοι . . φαίνοντʼ ὀφθαλμοῖς ὡς εἰ πυρὸς αἰθομένοιο Od. 19.37, cf. 18.354.
= ὅμως, all the same, nevertheless, ἔ. δʼ οὐκ ἐδάμασσα Il. 5.191; πρῆξαι δʼ ἔ. οὔ τι δυνήσεαι 1.562, cf. Od. 19.302, 2.199; after ἀλλά, ἀλλὰ καί, ἀλλʼ ἔ. μιν ἐάσομεν 16.147, cf. Il. 8.33, Od. 4.100, al.; ἀλλὰ καὶ ἔ. αἰσχρόν but even so . ., Il. 2.297, cf. 19.422; ἐγὼ δʼ αἰσχύνομαι ἔ. Od. 18.12, cf. 15.214; following part. with περ, = καίπερ, Νέστορα δʼ οὐκ ἔλαθεν πίνοντά περ ἔ. Il. 14.1, cf. Od. 15.361, 18.165; rarely before the part., ἄλγεα δʼ ἔ. ἐν θυμῷ κατακεῖσθαι ἐάσομεν ἀχνύμενοί περ Il. 24
in later Poets sts. in a milder sense, at any rate, yet, A. Pr. 48, Eu. 229, S. Ant. 845, E. Cyc. 535 (lyr.); after δέ, Pi. P. 4.86; ἀλλʼ ἔμπας A. Pr. 189 (lyr.), E. Alc. 906 (lyr.); ἀλλʼ ἔμπαν Pi. N. 6.4, 11.44; ἔμπα, καἴπερ ἔχει . . ib. 4.36, cf. S. Aj. 563: with a part., ib. 1338; δύστηνον ἔμπας, καίπερ ὄντα δυσμενῆ ib. 122; also with Adj., ἀφωνήτῳ περ ἔμπας ἄχει Pi. P. 4.237.