ἐμπεδ-όω · emped-oō — LSJ
confirm, ratify, σὺ δʼ ἐμπέδου δόσιν S. Ichn. 50; ὅρκον E. IT 790, cf. Ar. Lys. 211, 233, Polem.Hist. 83; σπονδάς X. HG 3.4.6; τὰ . . ὁρκωμόσιά τε καὶ ὑποσχέσεις Pl. Phdr. 241b; ὅρκους καὶ δεξιάς τινι X. Cyr. 5.1.22; συνθήκας Plb. 29.24.4; ὁμολογίας D.H. 4.79; ἀποδείξεσι δόγμα Gal. 5.315; uphold, νόμους Plu. Sol. 25:—Med., σπονδήν, ἀσφάλειαν ἐμπεδώσασθαι, Ph. 1.439, Luc. Hipp. 4.