ἐμ-φράσσω · em-phrassō — LSJ
bar a passage, stop up, block up, τὸ μεταξύ Th. 7.34; τοὺς ἔσπλους Id. 4.8; ἐ. συγκλείουσά τε Pl. Ti. 71c; ἐ. τὸ στόμα D. 19.208; ἐ. τὰς ὁδοὺς τῶν ἀδικημάτων Lycurg. 124.
bar the passage of, stop, τὰς κατὰ σοῦ τιμωρίας Aeschin. 3.223; πᾶσαν παρείσδυσιν Epicur. Sent. Vat. 47 ( = Mctrod.49); τὰς βοηθείας D.S. 14.56; τὴν περὶ τὰ αἰσθητήρια ἀκρίβειαν Ph. 1.246; τὴν φωνήν Plu. Exil. 2.606d.
Med. in act. sense, Nic. Al. 191.
stuff in, φύλλα εἰς τὰς ὀπάς (v.l. φύλλοις τὰς ὀ.) Gp. 13.5.3; τινί τι v.l. in Nic. Th. 79 (Med.).