ἐμπλάζω · emplazō — LSJ
drive about in:—hence in Pass., wander about in or among, ὕλῃ ἐνιπλαγχθείς Orph. A. 645; πολλὴν ἀταξίαν τὰ σκευοφόρα τοῖς μαχομένοις -όμενα παρεῖχε Plu. Oth. 12.
metaph., τεχνῖται -ονται μᾶλλον χρῆσθαι συνετωτέροις κριταῖς Phld. Rh. 1.376S.
intr., wander in, ἀγυιαῖς Nic. Al. 189.