ἡσῠχ-άζω · hēsych-azō — LSJ
keep quiet, be at rest, σὺ δʼ ἡσύχαζε A. Pr. 329, cf. 346; ἡ ἀπορία τοῦ μὴ ἡσυχάζειν the difficulty of finding rest, Th. 2.49; οἱ πολέμιοι ἡσύχαζον X. An. 5.4.16; ἀνάγκη τὸ ἡσυχάζον ἑστάναι Pl. Prm. 162e; τοὺς [νόμους] οὐκ ἐῶν ἡσυχάζειν ἐν τιμωρίαις Luc. Abd. 19; ἡ. πρὸς μίαν θύρην, of a lover, AP 5.166 (Asclep.); ὁ διαλεκτικὸς ἡσυχάσει S.E. P. 2.239: freq. in part., ἡσυχάζων προσμενῶ S. OT 620, cf. E. Or. 134; ὥστε μὴ ἡσυχάσασα αὐξηθῆναι by resting from war, Th. 1.12; ἡσυχαζουσῶν τῶν νεῶν ib. 4
ὁ -άζων, with or without λόγος, a fallacy, Chrysipp.Stoic. 2.8 (pl.), Gell. 1.2.4 (pl.).
trans., bring to rest, ἡσυχάσας τὼ δύο εἴδη, τὸ τρίτον δὲ κινήσας Pl. R. 572a.
abs., impose silence, D.C. 69.6.
leave unspoken, ἃ χρὴ λέγειν Ph. 1.254, cf. 2.268; τὰς ἀπειλάς J. AJ 7.7.3.
Pass. in impers. sense, ἡσυχάζεται ἐπὶ τῆς γῆς there is quiet, LXX Jb. 37.17.