γρύζω · gryzō — LSJ
say γρῦ (v. sub voc.), grumble, mutter, γρύζειν δὲ καὶ τολμᾶτον . . ; Ar. Pl. 454; παιδὸς φωνὴν γρύξαντος Id. Nu. 963; εἴ τι γρύξει Id. Eq. 294; μὴ φλαῦρον μηδὲν γρύζειν Id. Pax 97 (anap.); γρύζοντας οὐδὲ τουτί Id. Ra. 913; οὐκ ἐτόλμα γρύξαι τὸ παράπαν prob. in Is. 8.27: c. dupl. acc., ἐγὼ μὲν οὔτε χρηστὸν οὔτε σε γρύζω ἀπηνὲς οὐδέν Call. Iamb. 1.257; later, growl, of a dog, LXX l.c.; grunt, of a pig, Alciphr. 3.73; grumble, murmur, πρός τινα Porph. Abst. 1.27.
fut. γρύσει, = τήξει will liquefy, Arist. Pr. 876b18.