ἱμάσσω · himassō — LSJ
flog horses, τοὺς ἵμασʼ Ἀντίλοχος Il. 5.589, cf. 11.531; of men, εἰ . . σε πληγῇσιν ἱμάσσω 15.17, cf. Hes. Th. 857; ἵμασε χθόνα χειρί smote it, h.Ap. 340; ὅτε . . γαῖαν ἱμάσσῃ when he smites it with lightnings, Il. 2.782:—Pass., ἱμασσόμενος δέμας αὔραις AP 7.696 (Arch.), cf. Nonn. D. 42.491.