κάρηνον · karēnon — LSJ
head, mostly in pl. (as always in Hom.), ἀνδρῶν κάρηνα, periphr. for ἄνδρες, Il. 11.500; νεκύων ἀμενηνὰ κ. Od. 10.521, etc.; βοῶν ἴφθιμα κ. Il. 23.260; ἵππων ξανθὰ κ. 9.407: metaph., of mountain peaks, Οὐλύμποιο κ. 1.44, etc.; of towns, πολλάων πολίων κατέλυσε κάρηνα 2.117, 9.24; Μυκάλης αἰπεινὰ κ. 2.869: in pl., of a single person, κάρηνα . . Μελανίππου σπάσας E. Fr. 537: sg. in h.Hom. 8.12, 28.8, Mosch.ll. cc., Coluth. 264, Anacreont. 1.11.