κατάδηλος · katadēlos — LSJ
manifest, visible, τούτοις οὐ κ. ἦν ἡ μάχη ὑπὸ τοῦ . . ὄρους Th. 4.44; κ. γενέσθαι to be discovered, Hdt. 1.5, 3.68; κ. μᾶλλον . . τὰ τῶν Χίων ἐφάνη Th. 8.10; κατάδηλον ποιῆσαι make known, discover, Hdt. 3.88, cf. Phld. Vit.Herc. 1457.10: c. part., φυλάσσων κ. ἔσται S. OC 1214 (lyr.); κ. γίγνονται προσποιούμενοι Pl. Ap. 23d, etc.; κ. ὦσιν ὅτι . . , κ. ἔσται ὡς . . , Id. Prt. 342b, 355b, cf. Arist. Top. 109b2, Ep.Hebr. 7.15, etc. Adv. -λως Poll. 6.207.