καταδέω · katadeō — LSJ
bind on or to, bind fast, πρυμνήσια, ἱστόν, Il. 1.436 (tm.), Od. 2.425 (tm.); ἵππους μὲν κατέδησαν . . ἱμᾶσι φάτνῃ ἐφʼ ἱππείῃ Il. 10.567; ἐπʼ ἀμβροσίῃσι κάπῃσιν 8.434; ἐμὲ μὲν κατέδησαν . . ἐνὶ νηΐ Od. 14.345; κ. λάρνακας Hdt. 3.123:—Pass., καταδεδεμένος τοὺς ὀφθαλμούς Hdt. 2.122; ἐν φόβῳ καταδεθεῖσα E. Ion 1498 (lyr.) (so μανίη καταδεῖ τινα Hermesian. 7.85); καταδεῖται ψυχὴ ὑπὸ σώματος Pl. Phd. 83d; γλῶττα -δεδεμένη Arist. HA 492b32:—Med., bind to oneself, ἀγχόνιον βρόχον κατεδήσατο E. Hel. 687
κ. τι ἀπό or ἔκ τινος, metaph., establish securely, τὴν διὰ πάντων διήκουσαν ὠφέλειαν ἀπὸ [τοῦ συλλογισμοῦ] Procl. in Alc. p.252 C., cf. Simp. in de An. 15.34.
bind up, θραῦμα, τραύματα, LXX Si. 27.21, Ev.Luc. 10.34.
put in bonds, imprison, Hdt. 3.143, Th. 8.15, Pl. Ti. 70e, etc.; κ. τὴν ἐπὶ θανάτῳ (sc. δέσιν) Hdt. 5.72.
convict of a crime, opp. ἀπολύω, c. inf., κ. τινὰ φῶρα εἶναι Hdt. 2.174, cf. 4.68.
tie down, stop, check, ἀνέμων κατέδησε κελεύθους or κέλευθα, Od. 5.383, 10.20; ὅς μοι ἐφορμήσας ἀνέμους κατέδησε κελεύθου 7.272, cf. 4.380; τοῦ γε θεοὶ κατὰ νόστον ἔδησαν 14.61.
bind by spells, enchant (with fut. -δήσομαι Theoc. 2.3), Din. Fr. 6.7 (Pass.), SIG 1175.2 (iv/iii B.C.), etc.; κ. τὸ ἐργαστήριόν τινος Tab.Defix. 71.2 (iii B.C.); κ. τινὰ γλῶτταν καὶ ψυχὴν καὶ λόγον Tab.Defix.Aud. 49.1 (iv/iii B. C.); γοητεῦσαι καὶ κ., of Cleopatra, D.C. 50.5:—Pass., Tab.Defix. 107a2, Clearch. 38, Plu. Isid. 2.378f; cf. καταδηνύω, καταδίδημι.