κατακείρω · katakeirō — LSJ
shear, clip close, τὸν πώγωνα Plu. Adul. 2.52c (Pass.): Com., ὁ κουρεὺς . . ὑπὸ τῆς ὑπήνης κατακερεῖ τὴν εἰσφοράν Eup. 278:—Med., κ. τὰς κεφαλάς crop their heads close, Hdt. 1.82.
in Hom. only metaph., cut away, waste, βίοτον κατακείρετε πολλόν Od. 4.686; ὅτι μοι κατεκείρετε οἶκον 22.36; μῆλα δʼ ἅ μοι μνηστῆρες . . κατέκειραν 23.356.