κατα-κλύζω · kata-klyzō — LSJ
deluge, inundate, τὴν γῆν Hdt. 2.13 (of the Nile), cf. 99 (Pass.), Pi. O. 9.50, Th. 3.89, Pl. Ti. 22d, OGI 90.24 (Rosetta, ii B. C.):—Pass., PPetr. 2p.15[= 3 p.xv] (iii B. C.), etc.; ὑπʼ ὄμβρων -κλυζόμενος Isoc. 11.12; κόσμος ὕδατι -κλυσθείς 2 Ep.Pet. 3.6.
metaph., deluge, overwhelm, τοίους γὰρ κατὰ κῦμα . . ἔκλυσεν Archil. 9.3; τὴν Φρυγῶν πόλιν . . ἤλπισας κατακλύσειν δαπάναισιν E. Tr. 995; ἅπαντα . . κατακλύσει ποιήμασιν Cratin. 186; κ. ἀφθονίᾳ δίαιταν make life overflow with plenty, X. Oec. 2.8; κατακλύσαι δεινῶν πόνων deluge with sufferings, E. Or. 343 (lyr.); εἰ καὶ μέλλει γέλωτι . . ὥσπερ κῦμα . . κατακλύσειν Pl. R. 473c:—Pass., ἀλλοδαπῶν κύματι φωτῶν -κλυσθῆναι, of a city, A. Th. 1084 (anap.); -κλυσθεὶς ὑπὸ τοῦ τοιούτου ψόγου ἢ ἐπαίνου Pl.
wash down or away, κῦμα κ. ψᾶφον ἑλισσομέναν Pi. O. 10(11).10, cf. Thphr. CP 3.22.3.
wash out, τὰ ἴχνη τοῦ λαγώ X. Cyn. 5.4.
fill full of water, τὴν πύελον Ar. Pax 843.
clean out a bath, Gal. 15.198.