κατακοιμ-άω · katakoim-aō — LSJ
intr., sleep, pass the night, ξεῖνόν τινα χρήμασι πείσας κατεκοίμησε (v.l. -ισε) ἐς Ἀμφιάρεω he went to sleep there, Hdt. 8.134: freq. v.l. for -κοιμίζω II (q.v.).
causal, put to sleep, οὐδὲ . . λάθα κατακοιμάσῃ (sc. τοὺς νόμους) S. OT 871 (lyr.); κατεκοίμησα τοὐμὸν ὄμμα ib. 1222 (lyr.); v.l. for -κοιμίσαντʼ in Pl. Smp. 223d:—Pass., -κοιμηθεὶς ὑπὸ μέθης Them. Or. 26.326b; θυμὸς κ. ὑπὸ λογισμοῦ ib. 8.110c.
used by Hom. only in aor. Pass., sleep, κατακοιμηθῆναι Il. 2.355, Hdt. 2.121.δʹ; κατακοιμηθήτω Il. 9.427; κατακοιμηθέντες ἐν τῷ ἱρῷ Hdt. 1.31; ὃς ἂν ὑπαίθριος κατακοιμηθῇ Id. 4.7, cf. Plb. 3.67.2 (v.l.); imper. pres. κατακοιμάσθω Ar. Th. 46 (anap.).