κατακορής · katakorēs — LSJ
satiated, glutted, οἴνῳ Phryn. PS p.83B.; σιτίοις Procop. Arc. 13.
of solutions, saturated, strong. φάρμακον Hp. Epid. 5.15, cf. Gal. 19.108; ἅλμη Id. 5.111.
of colours, deep, μέλαν κατακορές Pl. Ti. 68c, cf. Arist. Col. 795a3; χρῶμα ὅμοιον ῥόδῳ κ. Thphr. HP 4.8.7, cf. S.E. P. 1.105; διαχώρημα Hp. Coac. 596, cf. Epid. 4.20; τὰ κ. πονηρά Id. Coac. 601; ἐρύθημα Id. Epid. 7.7; στήθεα κ. dub. sens. ib. 2.6.14, cf. Gal. 19.108.
of harmony, complete, τῆς κοσμικῆς συμφωνίας κ. τι καὶ παναρμόνιον φθεγγομένης Nicom. Harm. 3; -κορεστάτη συμφωνία ἡ διὰ πασῶν ib. 5; -κορέστερον μέλος, of the spheres, lamb.VP 15.65.
metaph., intense, violent, δίψα, ῥύσις, Hp. Epid. 7.11, Medic. 6; βήξ Id. Epid. 7.26; profound, ὕπνος ib. 7.2.
metaph., βαθὺ καὶ κ. αἴνιγμα a profound problem, Ph. 1.659; ἀμετάβλητος καὶ κ. γνώμη a deep resolve, Id. 1.78.
immoderate, wearisome, παρρησία, συνουσία, Pl. Phdr. 240e, Lg. 776a; ἂν ᾖ κατακορῆ [τὰ ἐπίθετα] Arist. Rh. 1406a13, cf. Demetr. Eloc. 303; κατακορὴς ἀπείλει Tim. Pers. 79; τοῦ τῶν γυναικῶν γένους λάλου καὶ κ. ὄντος Plb. 31.26.10, cf. 32.2.5; ὁ Δημοσθένης . . ἐν τῷ γένει τούτῳ -έστατος Longin. 22.3; -εστέραις κέχρηται ταῖς αὐστηραῖς ἁρμονίαις D.H. Dem. 45.
Adv. -κορῶς, Ion. -ρέως, deeply, intensely, κ. δίαιμον deeply tinged with blood, Aret. SA 1.10.
to excess, διαχωρήματα μᾶλλον τοῦ καιροῦ -έως χολώδεα Hp. Acut. 54; cf. κατάκορος.