κατα-κρύπτω · kata-kryptō — LSJ
hide, conceal, μή τι κατακρύψειν Il. 22.120; τοὺς δʼ ἄρʼ Ἀθήνη νυκτὶ κατακρύψασα . . ἐξῆγε Od. 23.372; κατακρύψας ὑπὸ κόπρῳ 9.329; ὑπὸ κόλπῳ 15.469; σπέρμα -κρύπτων Hes. Op. 471; ὑπὸ τὴν θύρην Hdt. 1.12; ἐς κυψέλην Id. 5.92.δʹ; εἰς τὴν γῆν X. Cyr. 3.3.3; ἐν μεγάρῳ πλοῦτον κ. Pi. N. 1.31; ἐν ἀδήλῳ put away (euphem.) Pl. R. 460c: metaph., κόνις οὐ κ. χάριν Pi. O. 8.79; ἄστυ . . πένθει δνοφερῷ κ. A. Pers. 536 (anap.).
abs., use concealment, conceal oneself or oneʼs true nature, οὔ τι κατακρύπτουσιν, of the gods, Od. 7.205; ἄλλῳ δʼ αὐτὸν φωτὶ κατακρύπτων ἤϊσκε 4.247.