καταλείβω · kataleibō — LSJ
pour down: hence, cause to waste away, δέμας E. Andr. 131 (lyr.):—Pass., drop down, γλυκίων μέλιτος καταλειβομένοιο Il. 18.109; [ὕδωρ] ἐκ πέτρης καταλείβεται Hes. Th. 786; δάκρυά τʼ ἐκ δακρύων καταλείβεται E. Tr. 605 (lyr.); melt away (in tears), καταλειβομένης ἄλγεσι πολλοῖς Id. Supp. 1119 (anap.); also καταλείβεσθαί νιν καὶ καταρρεῖν ὥσπερ τοὺς κολοσσούς, in an imprecation, Abh.Berl.Akad. 1925(5).21 (Cyrene).