καταλείπω · kataleipō — LSJ
leave behind, πὰρ δʼ ἄρʼ ὄχεσφιν ἄλλον . . κάλλιπεν Il. 12.92; esp. of persons dying or going into a far country, κὰδ δέ με χήρην λείπεις ἐν μεγάροισι 24.725; οὖρον . . κατέλειπον ἐπὶ κτεάτεσσιν Od. 15.89; οἷόν μιν Τροίηυδε κιὼν κατέλειπεν Ὀδυσσεύς 17.314; so later, τὴν στρατιὴν καταλίπεσκε ἐν τῷ προαστίῳ Hdt. 4.78; φύλακον κ. τινά Id. 1.113, cf. 2.103:—Med., καταλείπεσθαι παῖδας leave behind one, Pl. Smp. l.c., cf. Hdt. 3.34, etc.:— Pass., to be left, remain behind, κατελέλειπτο ἐν Πέρσῃσι Hdt.
bequeath, [τόξον] παιδὶ κάλλιπʼ ἀποθνῄσκων Od. 21.33: metaph., ἐμοὶ δʼ ὀδύνας τε γόους τε κάλλιπεν 1.243, cf. 11.279; δόκησιν ἰσχύος καὶ ξυνέσεως ἐς τὸ ἔπειτα Th. 4.18; τοῖς θρέψασι λύπας Lys. 2.70; παισὶν αἰδῶ οὐ χρυσὸν κ. Pl. Lg. 729b: c. inf., εἰ καταλείψει μηδὲ ταφῆναι not enough to be buried with, Ar. Pl. 556:—Pass., [χρήματα] καταλειφθέντα Is. 1.45.
κ. διαθήκας leave a will (when going on service), Id. 9.14.
Med., leave in a certain state, κόλπον βαθὺν καταλιπόμενος τοῦ κιθῶνος Hdt. 6.125.
forsake, abandon, οὕτω δὴ μέμονας Τρώων πόλιν . . καλλείψειν; Il. 14.89, cf. 22.383; πολλοὺς καταλείψομεν we shall leave many upon the field, 12.226; ὤ μοι, εἰ μέν κε λίπω κάτα τεύχεα 17.91; κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιεν Ἀργείην Ἑλένην 2.160: c. inf., κάλλιπεν οἰωνοῖσιν ἕλωρ καὶ κύρμα γενέσθαι Od. 3.271; σχεδίην ἀνέμοισι φέρεσθαι κ. 5.344; μέλη . . θηρσὶν βοράν E. Supp. 46 (lyr.); μή ποτʼ ἐμὸν κατʼ αἰῶνα λίποι θεῶν πανάγυρις A. Th. 219; μή με καταλίπῃς μόνον S. Ph. 809; οἰκίας τε κ
let drop, give up, τὰ αὑτῶν ἔργα X. Cyn. 3.10, cf. 10.15; εἰ ἐνταῦθα -λίποιμι τὸν λόγον Isoc. 9.33.
leave remaining, ὀκτὼ μόνον X. An. 6.3.5 codd.; κ. ἄφοδον leave an exit, ib. 4.2.11:—Med., κ. στενὴν διέξοδον Pl. Ti. 73e; -λείπεσθαι ἑαυτῷ reserve for oneself, X. Mem. 1.1.8; ὑπερβολὴν οὐ κ. χαρᾶς Plb. 16.23.4, cf. 16.25.6:—Pass., to be left, remain, τίς ἔτι ἡδονὴ -λείπεται; Lys. 2.71, cf. Ep.Hebr. 4.1, etc.; of the remainder in calculations, PPetr. 3p.326, al. (iii B.C.), Nicom. Ar. 1.13.13, etc.: impers. καταλείπεται c. inf., it remains that . . , τὸν κόσμον κ. ἀθάνατον εἶμεν Aristaeus ap. St
leave alone, opp. περιαιρέω, Id. Mem. 3.2.4, cf. Arist. Pol. 1342a34.
leave undisputed, τὰς παραλλαγάς Phld. Sign. 24: hence, admit, allow the truth of a doctrine, Id. Po. 5.34, Demetr.Lac. Herc. 1055.13:—Pass., Phld. Piet. 80.
omit, c. inf., Alex.Aphr. in SE 118.10.