καταμισθο-φορέω · katamistho-phoreō — LSJ
spend in paying δικασταί, ἐκκλησιασταί, etc., Ar. Eq. 1352, v. Sch.; κ. τὰ ὑπάρχοντα in paying mercenaries, Aeschin. 2.131; κ. προσόδους Theopomp. Hist.90; πλοῦτον εἰς τοὺς πολεμίους D.H. Dem. 20: c. dat., ξενικοῖς στρατεύμασι Id. 4.23.