κατανθρᾰκ-όω · katanthrak-oō — LSJ
burn to cinders, στέγην πυρώσω καὶ κατανθρακώσομαι A. Fr. 281.4.
elsewh. only in Pass., δέμας φλογιστὸν ἤδη καὶ κατηνθρακωμένον S. El. 58; ἅπαν κατηνθρακώθη θῦμʼ ἐν . . φλογί E. IA 1602; κατηνθρακώμεθʼ ὀφθαλμοῦ σέλας I have it burnt out, Id. Cyc. 663.