καταπετάννῡμι · katapetannymi — LSJ
spread out over, κατὰ λῖτα πετάσσας Il. 8.441, cf. E. Hel. 1459 (lyr., tm.); δέρρεις πρό τινος κ. Ph. Bel. 91.13, cf. D.S. 20.9.
spread or cover with, τὴν αὐλὴν δικτύοις Ar. V. 132; τὴν κεφαλὴν φοινικίδι Id. Pl. 731; ἱστίῳ ἀνθρώπους Pl. Prm. 131b; ἵπποι ἱματίοις καταπεπταμένοι X. Cyr. 8.3.16.