κατα-πλαστός · kata-plastos — LSJ
plastered over, φάρμακον καταπλαστόν, = κατάπλασμα, plaster, Ar. Pl. 717; opp. χριστά and ποτά, v. Sch.ad loc.
metaph., affected, ἀπαμφιεῖ τὸ κ. σου ἡ μέθη your false assumptions, Men. 339; κ. βαρύτης Plu. Aud. 2.44a.