καταποικίλλω · katapoikillō — LSJ
deck with various colours or in divers modes, mottle, τὸ σῶμα Pl. Ti. 85a; θάλαμος, ὃν αἱ χάριτες κατεποίκιλαν Men.Rh. p.407S.; διττὰ ὑφάσματα Ph. 2.226:—Pass., ὑπὸ τῶν γραφέων τὰ ἱερὰ ἡμῖν καταπεποίκιλται Pl. Euthphr. 6c; ὀροφὴ ἀστέρας καταπεποικιλμένη D.S. 1.47.
metaph., of style, κ. τὸν λόγον Isoc. 13.16, Phld. Rh. 1.167S.; also κ. τὰ γεγενημένα, of historians, Agath. Praef. p.136D.