κατασκάπτω · kataskaptō — LSJ
dig down, ἐπὶ θάτερα τῆς ἀμπέλου Thphr. HP 4.13.5; but usu.,
destroy utterly, raze to the ground, τὸ ἄστυ Hdt. 7.156; Τροίαν κ. βίᾳ S. Ph. 998, cf. A. Ag. 525; πάτραν S. OC 1421; δόμους E. HF 566; πόλιν SIG 344.7 (Teos, iv B.C.), cf. D. 18.71; το τέγος Ar. Nu. 1488; τὰ τείχη ἐς ἔδαφος Th. 4.109, cf. Lys. 12.40, Isoc. l.c., Arist. Ath. 37.1; τὸν λιμένα Aeschin. 3.123; τὰ θυσιαστήρια LXX 3 Ki. 19.10; τὴν οἰκίαν εἰς ἔδαφος Plu. Publ. 10, etc.:—Pass., ϝοικία κατασκαπτέσθω Berl.Sitzb. 1927.8 (Locr., v B.C.); τὰ οἱκία οἱ κατεσκάφη Hdt. 6.72; πατρῴα ἑστία κατεσκ