κατασκεδ-άννῡμι · katasked-annymi — LSJ
scatter, pour upon or over, κατάχυσμα . . κατεσκέδασαν θερμὸν τοῦτο καθʼ ὑμῶν Ar. Av. 536, cf. PMagd. 33.4 (iii B.C.); τὰς ἀμίδας D. l.c.: usu. c. acc. et gen., τὴν μεγίστην ἀρύταιναν ὑμῶν Antiph. l.c., etc.; ὥσπερ ἑωλοκρασίαν τινά μου τῆς πονηρίας -σκεδάσας D. 18.50; κ. ὕβριν τινός pour abuse upon one, Plu. Lib.educ. 2.10c; λῆρον κ. τινός Luc. Salt. 6; ὅλας ἁμάξας βλασφημιῶν κ. τινός Id. Eun. 2, etc.
κ. φήμην spread a report against one, Pl. Ap. 18c:—Pass., ἡ φήμη κατεσκέδασται τοῦ Μίνω Id. Min. 320d; ὁ λόγος ἐν τῇ πόλει κατεσκέδασται (prob. l. for -σκεύασται) Lys. 10.23; τοῦ πόνου πλείονος -ασμένου τῆς σαρκός Hp. Medic. 7.
Med., pour, sprinkle about, X. An. 7.3.32 (Suid., Phot.: συγκατ-) codd.).
overthrow, destroy, IG 12(9).1179.9 (Euboea).