κατασκῐ-άζω · kataski-azō — LSJ
overshadow, cover over, κατὰ δʼ ἐσκίασαν βελέεσσι Τιτῆνας Hes. Th. 716; ἡ δέ οἱ κόμη ὤμους κ. Archil. 29; σαρξὶν πάντα κατεσκίασεν ἄνωθεν Pl. Ti. 74d; spread awnings, E. Ion 1142; κόνει bury one, S. l.c.; θανόντα . . γαῖα κατεσκίασε IG 7.580 (Tanagra).