κατασκῑρόομαι · kataskiroomai — LSJ
become hard or dry through age, κατεσκιρωμένης (-σκηρ- cod.)· πεπαλαιωμένης, Hsch., cf. eund. s.v. κατεσκληκότα (ubi-σκληρ- cod.).
pf. inf. κατεσκιρῶσθαι (sic cod. Patm., -σκειρῶ- cod. Phot.), = λελευκάνθαι, Apollod.Hist. Fr. 107(c) J. (nisi leg. κατεσκυρῶσθαι eodem sensu).