κατασκοπ-ή · kataskop-ē — LSJ
viewing closely, spying, πέμπειν τινὰ εἰς κατασκοπήν S. Ph. 45; μολεῖν εἰς κ. E. Ba. 838; ἐπὶ κατασκοπήν X. Cyr. 6.2.9, cf. HG 1.4.11, Arist. Ath. Fr. 4, Plb. 3.95.8; ἐπὶ -σκοπῇ τῶν πραγμάτων Aeschin. 2.28; κατασκοπῆς ἕνεκα X. An. 7.4.13; ἔχειν κ. Plu. Fab. 12; κατασκοπαῖς χρωμένους Th. 6.34; ἐς τὴν κ. τῶν χρημάτων to inspect the money, ib. 46.