κατασπείρω · kataspeirō — LSJ
sow, plant, εἰς μήτραν ζῷα Pl. Ti. 91d: metaph., ἀνίας μοι κατασπείρας S. Aj. 1005:—Pass., ὁ κατεσπαρμένος σπόρος PMagd. 7.8 (iii B.C.).
beget, τινα E. HF 469, Phint. ap. Stob. 4.23.61a; τὸν κατασπείραντα him that begat me, Diph. 93.
spread as in sowing, τοῦ χάρακος κ. [πυροβόλα] scatter them over . . , Plu. Cam. 34; αὐτοῖς αὔραν τινὰ κ. ἡ χώρα νότιον Id. Dio 25:—Pass., to be spread abroad, dispersed, εἰ μὴ κατεσπαρμένοι ἦσαν οἱ τοιοῦτοι λόγοι ἐν τοῖς πᾶσιν Pl. Lg. 891b.
plant, ἀμπελῶνα LXX De. 22.9; γῆν PMagd. 28.3 (iii B.C.), Ph. 2.262: metaph., [νόσοι] χωρία καὶ πελάγη κατασπείρασαι τῶν ἀβουλήτων Id. 2.567; πλούτῳ Ἑλλάδα κ. D.H. Dem. 29.
besprinkle, ἤδη καὶ λευκαί με κατασπείρουσιν ἔθειραι AP 11.41 (Phld.).