κατασύρω · katasyrō — LSJ
draw, pull down, Philum. ap. Aët. 9.12 (Pass.): usu. with a notion of violence, τὰ [ἀεροπόρα] ἐκ τοῦ οὐρανοῦ D.C. Fr. 30.4: metaph., ἐπιθυμία κ. τὸν ἡνίοχον λογισμόν Ph. 1.58, cf. 1.627 (Pass.): esp. lay waste, ravage, τὰς [πόλιας] ὅσας πρότερον οὐ κατέσυραν Hdt. 6.33; κατὰ μὲν ἔσυραν Φάληρον, κατὰ δὲ . . πολλοὺς δήμους Id. 5.81; ὡς πλείστην τῆς χώρας Aen.Tact. 16.8, cf. Plb. 1.56.3, al.
drag, carry off, λείαν Pherecyd. l.c.; γυναῖκας Parth. 19; τινὰ πρὸς τὸν κριτήν Ev.Luc. 12.58: metaph., τινὰ εἰς ἐκμελῆ πολιτεύματα Phalar. Ep. 93.1.
sweep away, πελάγη κ. πόλεις Ph. 2.142:—Pass., metaph., σκολιὰ ῥεῖθρα ὑφʼ ὧν οἱ πολλοὶ -σύρονται, ὡς τὰ λόγιά φησιν Orac.Chald. ap. Procl. in Ti. 3.326 D.; εἰς τὸ πλῆθος ὑπὸ τοῦ μερισμοῦ καὶ τῆς διαστάσεως τῶν ὄντων Id. in Prm. p.551 S., cf. Hierocl. in CA 19p.461M.
Pass., rush down, of rivers, etc., D.P. 296, Alciphr. 3.13, Gp. 5.2.17.
drag out, οὐρανὸς . . δρόμον ἀΐδιον -σύρων Orac.Chald. ap. Dam. Pr. 284.
Pass., to be reduced, σωμάτων λοιμῷ -συρέντων Lib. Or. 61.19 (v.l. συρέντων).
draw down, launch, τὸ σκαφίδιον Alciphr. 1.1; τοὺς φελλοὺς κ. ὑφάλους, of a net, ibid.