καταξαίνω · kataxainō — LSJ
card, comb well, καταξῆναι Pl. Com. 245:—Pass., εἴρια κατεξασμένα Hp. Ulc. 24; πέτρα κατεξαμμένη hollowed out, D.S. 17.71 (hence καταξάνωσι cj. Dind. Id. 1.98).
tear in pieces, rend in shreds, πλόκους κόμης E. Ion 1267; πολλοὺς αἱ σαὶ καταξανοῦσι . . χέρες Lyc. 300; σάρκας LXX l.c.; κεφαλήν Plu. Agis 2; so κ. τινὰ εἰς φοινικίδα pound him (by stoning) to red rags, Ar. Ach. 320:—Pass., πέτροισι . . καταξανθεὶς θανεῖν crushed to atoms, S. Aj. 728; πρὶν κατεξάνθαι βολαῖς E. Ph. 1145; πέτραις καταξανθέντες ὀστέων ῥαφάς Id. Supp. 503; πυρὶ καταξανθέντας Id. HF 285; λύγου ξηρᾶς πληγαῖς -εξασμένης Longus 2.1.
wear, waste away, πνοαὶ . . τρίβῳ κατέξαινον ἄνθος Ἀργείων A. Ag. 197 (lyr.); τὴν σάρκα Epicur. Sent.Vat. 51; νόσοι κ. ὅλα διʼ ὅλων Ph. 2.432:—Pass., κατεξάνθην πόνοις E. Med. 1030; δακρύοις Id. Tr. 509; κατέξανται δέμας Id. Hipp. 274; ὅπλα κατεξάνθαι were worn out by use, D.S. 17.94; ἐν τοῖς ὀρύγμασι καταξαινόμενοι τὰ σώματα Id. 5.38.