κατευθύν-ω · kateuthyn-ō — LSJ
make or keep straight, τὴν πτῆσιν Arist. IA 710a2; ναῦν τῷ πηδαλίῳ D.Chr. 13.18; βιοτῆς οἴακα κατευθύνεσκες ἐν οἴκῳ IGRom. l.c.:—Pass., αἱ περιφοραὶ κατευθυνόμεναι Pl. Ti. 44b.
guide, direct, τὰς φύσεις Id. Lg. 809a; τινὰ εἰς τὸν αὑτοῦ δρόμον ib. 847a; [τὸν ἐλέφαντα] τῷ δρεπάνῳ Arist. HA 610a28; [ναῦν] Id. Fr. 11; κ. τὰς πράξεις ὁ θεός Aristeas 18; τὰ παρόντα πρὸς τὸ τέλος Plu. Cam. 42; πρὸς τὰ βελτίονα τοὺς νέους Id. Aud.poet. 2.20d; τὴν ψυχήν Ad. princ. ind. ib. 780b; τὸν λόγον πρός τι Gal. 17(2).362.
κ. τινός demand an account from one, condemn, Pl. Lg. 945a, cf. IG 2(2).1183.10 (prob.), Poll. 8.22.
intr., make straight towards, κατεύθυναν αἱ βόες ἐν τῇ ὁδῷ εἰς ὁδὸν Βαιθσάμυς LXX 1 Ki. 6.12; κ. τῇ πτήσει ὄρθιον ἐπὶ τοὺς πολεμίους Plu. Alex. 33.
prosper, LXX Si. 29.18: c. gen., succeed in doing . . , οὐ κατεύθυνε τοῦ λαλῆσαι οὕτως ib. Jd. 12.6.
οἱ -ευθύνοντες the righteous, ib. Pr. 15.8.