καθίστημι · kathistēmi — LSJ
in causal sense:—Act., in pres., impf., fut., and pf. καθέστᾰκα Hyp. Eux. 28, LXX Je. 1.10, D.H. Dem. 54, D.S. 32.11, etc.; once καθέστηκα PHib. 1.82i14 (iii B. C.): plpf. -εστάκει Demetr. Sceps. ap. Ath. 15.697d:—also in Med., fut. (Paus. 3.5.1), aor. 1, more rarely pres. (infr. A. II.2):—set down, κρητῆρα καθίστα Il. 9.202; νῆα κατάστησον bring it to land, Od. 12.185; κ. δίφρους place, station them, before starting for the race, S. El. 710; ποῖ [δεῖ] καθιστάναι πόδα; E. Ba. 184; κ. τινὰ εἰς τ
bring down to a place, τούς μʼ ἐκέλευσα Πύλονδε καταστῆσαι Od. 13.274: generally, bring, κ. τινὰ ἐς Νάξον Hdt. 1.64, cf. Th. 4.78; esp. bring back, πάλιν αὐτὸν κ. ἐς τὸ τεῖχος σῶν καὶ ὑγιᾶ Id. 3.34; κ. τοὺς Ἕλληνας εἰς Ἰωνίαν πάλιν X. An. 1.4.13; without πάλιν, replace, restore, ἐς φῶς σὸν κ. βίον E. Alc. 362; ἃς (sc. τὰς κόρας) οὐδʼ ὁ Μελάμπους . . καταστήσειεν ἄν cure their squint, Alex. 112.5; ἰκτεριῶντας κ. Dsc. 4.1; τὸ σῶμα restore the general health, Hp. Mul. 2.133:—Med., κατεστήσαντο (v.l
bring before a ruler or magistrate, Hdt. 1.209, PRyl. 65.10 (i B. C.), etc.; τινὰ ἐπί τινα PCair.Zen. 202.6 (iii B. C.), POxy. 281.24 (i A. D.).
set in order, array, of soldiers, X. An. 1.10.10; set as guards, προφυλακάς ib. 3.2.1, etc.
ordain, appoint, κατέστησε τύραννον εἶναι παῖδα τὸν ἑωυτοῦ Hdt. 5.94, cf. 25: usu. without the inf., κ. τινὰ ὕπαρχον Id. 7.105; ἄλλον [ἄρχοντα] ἀντὶ αὐτοῦ X. Cyr. 3.1.12, etc.; βασιλέα ἐπί τινας LXX 1 Ki. 8.5, al.; τινὰ ἐς μοναρχίαν E. Supp. 352; ἐπὶ τὰς ἀρχάς Isoc. 12.132; τινὰ τύραννον Ar. Av. 1672; κ. ἐγγυητάς Hdt. 1.196, Ar. Ec. 1064; δικαστάς, ἐπιμελητάς, νομοθέτας, Id. Pl. 917, X. Cyr. 8.1.9, D. 3.10 (sed leg. καθίσατε, cf. καθίζω I.4); of games, etc., γυμνικοὺς ἀγῶνας κ. Isoc. 4.1: rarely
esp. of laws, constitutions, ceremonies, etc., establish, νόμους, τελετάς, E. Or. 892, Ba. 21, etc.; πολιτείαν, δημοκρατίαν, Arist. Ath. 7.1, Decr.ib. 29.3; ὀλιγαρχίαν Lys. 12.42; also, set in order, arrange, πολιτείαν Pl. R. 590e:—also in Med., τοῦτο βουλευτήριον φρούρημα γῆς καθίσταμαι A. Eu. 706; τὴν Ἱππίου καθίσταμαι τυραννίδα Ar. V. 502; καθίστατο τὰ περὶ τὴν Μυτιλήνην ᾗ αὐτῷ ἐδόκει Th. 3.35; πόλεις ἐπὶ τὸ ὠφέλιμον Id. 1.76; [Εὔβοιαν] ὁμολογίᾳ ib. 114; πρὸς ἐμὲ τὸ πρᾶγμα καταστήσασθαι settl
bring into a certain state, τινὰ ἐς ἀπόνοιαν Th. 1.82; ἐς ἀπορίαν Id. 7.75; εἰς ἀνάγκην Lys. 3.3; εἰς αἰσχύνην Pl. Sph. 230d; εἰς ἐρημίαν φίλων Id. Phdr. 232d; εἰς ἀγῶνα Id. Ap. 24c; τινὰ εἰς ἀσφάλειαν Isoc. 5.123; τίνας εἰς ἀγῶνα καθέστακα; Hyp. Eux. 28, cf. Lycurg. 2; κ. τινὰ ἐν ἀγῶνι καὶ κινδύνῳ Antipho 5.61; τὴν πόλιν ἐν πολέμῳ Pl. Mx. 242a; τοὺς φίλους ἐν ἀκινδύνῳ X. Cyr. 4.5.28; κ. ἑαυτὸν ἐς κρίσιν present himself for trial, Th. 1.131, cf. Lycurg. 6; κ. τινὰ εἰς τοὺς ἀρχικούς reckon him as
c. dupl. acc., make, render so and so, ψευδῆ γʼ ἐμαυτόν S. Ant. 657; ἡ ἐπιθυμία κ. τινὰ ἀμνήμονα Antipho 2.1.7; τὸ πιστὸν ὑμᾶς ἀπιστοτέρους κ. Th. 1.68; κ. τι φανερόν, σαφές, Id. 2.42, 1.32; τινὸς ἐπίπονον τὸν βίον κ. Isoc. 10.17: c. part., κλαίοντα καθιστάναι τινά bring one to tears, E. Andr. 635: rarely c. inf., κ. τινὰ φεύγειν make him fly, Th. 2.84, cf. E. Alc. 283, Luc. Charid. 8:—Pass., ἀνάγκη τὴν ναυμαχίαν πεζομαχίαν καθίστασθαι Th. 2.89.
Med., get for oneself, τὴν ζόην καταστήσασθαι ἀπʼ ἔργων ἀνοσιωτάτων Hdt. 8.105.
make, in periphrases, πάννυχοι . . διάπλοον καθίστασαν A. Pers. 382:—Med., κρυφαῖον ἔκπλουν οὐδαμῇ καθίστατο ib. 385.
intr. in aor. 2, pf. καθέστηκα, and plpf. of Act. (also fut. καθεστήξω Th. 3.37, 102), and all tenses of Med. (exc. aor. 1) and Pass.: pf. καθέσταμαι in later Greek, IG 2(2).1006.24 (ii B. C.), LXX Nu. 3.32, etc.:—to be set, set oneself down, settle, ἐς [Αἴγιναν] Hdt. 3.131, cf. Th. 4.75; [ὀδύναι] καθίσταντο ἐς ὑπογάστριον Hp. Epid. 7.97; of joints, ἐξίσταται ἀνωδύνως καὶ κ. goes out of joint and in again, Id. Art. 8; κ. ἐς Ῥήγιον to make R. a base of operations, Th. 3.86; simply, to be come to
come before another, stand in his presence, Pi. P. 4.135; λέξον καταστάς A. Pers. 295 (unless it be taken in signf. 4), cf. Hdt. 1.152; κ. ἐς ὄψιν τινός Id. 7.29; καταστάντες ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας ἔλεγον Id. 3.46, cf. 156; καταστὰς ἐπὶ τὸ πλῆθος ἔλεγε Th. 4.84.
to be set as guard, ὑπό τινος Hdt. 7.59, cf. S. OC 356, X. An. 4.5.19, etc.; to be appointed, δεσπότης . . καθέστηκα E. HF 142; στρατηλάτης νέος καταστάς Id. Supp. 1216; κ. χορηγὸς εἰς Θαργήλια, στρατηγός, etc., Antipho 6.11, Isoc. 4.35, etc.; οἱ πρόβουλοι καθεστᾶσιν ἐπὶ τοῖς βουλευταῖς Arist. Pol. 1299b37; δικτάτωρ . . καθε[στάμενος τὸ τέταρτον], = Lat. dictator designatus quartum, of Caesar, IG 12(2).35b7 (Mytil.).
deposit a sediment, Hp. Epid. 1.2, 7.
also, stand or become quiet or calm, of water, ὅταν ἡ λίμνη καταστῇ Ar. Eq. 865, cf. PHolm. 16.3; θάλασσα γαληνὴ καὶ κ. Plb. 21.31.10; πνεῦμα λεῖον καὶ καθεστηκός calm and settled, Ar. Ra. 1003; ὁ θόρυβος κατέστη subsided, Hdt. 3.80; of laughter, Philostr. VA 3.4; of a swelling, Hp. Prog. 7; ἕως τὰ πράγματα κατασταίη Lys. 13.25; also of persons, καταστάς composedly, A. Pers. 295 (but v. supr. 1b); [ἡ ψυχὴ] καθίσταται καὶ ἠρεμίζεται Arist. Ph. 248a2; ὁρῶμεν [τοὺς ἐνθουσιαστικοὺς] . . καθισταμένου
come into a certain state, become, and in pf. and plpf., to have become, be, ἀντὶ φίλου πολέμιόν τινι κ. Hdt. 1.87; οἱ μὲν ὀφθαλμῶν ἰητροὶ κατεστέασι, οἱ δὲ κεφαλῆς Id. 2.84; ἔμφρων καθίσταται S. Aj. 306; τῶν ἄνωθεν ὑπόπτων καθεστώτων Epicur. Sent. 13; ἐς μάχην Hdt. 3.45; ἐς πόλεμον ὑμῖν καὶ μάχην κ. E. HF 1168; ἐς πάλην καθίσταται δορὸς τὸ πρᾶγμα Id. Heracl. 159; ἐς τὴν ἴησιν Hp. Prorrh. 2.12; ἐς τὸ αὐτό they recover, Id. Coac. 160 (later abs., καταστῆναι καὶ μηδενὸς ἔτι φαρμάκου δεηθῆναι Gal.
to be established or instituted, prevail, καί σφι μαντήϊον Διὸς κατέστηκε Hdt. 2.29; ἄγραι . . πολλαὶ κατεστᾶσι ib. 70, cf. 1.200; ὅδε σφι νόμος κατεστήκεε ib. 197; βροτοῖσιν ὃς καθέστηκεν νόμος E. Hipp. 91: c. inf., θεὸν Ἀμφιάραον πρώτοις Ὠρωπίοις κατέστη νομίζειν Paus. 1.34.2: pf. part., existing, established, prevailing, τὸν νῦν κατεστεῶτα κόσμον Hdt. 1.65; ἦν κατεστηκὸς οὐδὲν φόρου πέρι Id. 3.89; τοὺς κατεστεῶτας τριηκοσίους the regular 300, Id. 7.205; οἱ καθεστῶτες νόμοι S. Ant. 1113, Ar. N
of purchases, cost, πλέον ἢ ὅσου ἐμοὶ κατέστησαν more than they stood me in, And. 2.11, cf. Plu. Glor.Ath. 2.349a.
stand against, oppose, πρός τινα dub. l. in Plb. 23.18.5:—Pass., Τιτήνεσσι κατέσταθεν Hes. Th. 674.
aor. 1 Med. and sts. pres. Med. are used in trans. sense, v. supr. A. II.2 sq.