κάτ-οιδα · kat-oida — LSJ
know well, understand, c. acc. rei, ἄστρων ὁμήγυριν A. Ag. 4; οὐδὲν κάτοισθα τῶν σαυτοῦ πέρι S. Ph. 553; θεσφάτων βάξιν κατῄδη Id. Tr. 87; φύλλον νώδυνον Id. Ph. 44; κατειδὼς τὴν γυναικείαν φύσιν, ὡς . . ἥδεται Eub. 43; μηδὲν κατειδώς, ἀλλὰ προσποιούμενος Men. 628; ἵνʼ εὖ κατειδῇς S. Ichn. 164.
c. acc. pers., know by sight, recognize, τὸν βοτῆρα Id. OT 1048, cf. Tr. 418, E. Or. 1183, 1521.
abs., esp. in part., οὐ κατειδώς unwittingly, Id. Med. 992 (lyr.), Supp. 1033.
c. part., know well that . . , κάτισθι μὴ πολλοὺς ἔτι τρόχους . . τελῶν S. Ant. 1064.
folld. by an interrog., οὐ κάτοιδʼ ὅπως λέγεις I understand not how . . , Id. Aj. 270; οὐ κ. ὅτῳ τρόπῳ . . E. Hipp. 1245.
c. inf., know how to, ἦ κάτοισθα δηλῶσαι λόγῳ; S. OT 1041.