κατοκνέω · katokneō — LSJ
shrink from, c. inf., ὅπως . . μὴ κατοκνήσεις κτανεῖν Αἴγισθον S. El. 956; κ. ὀρθοῦσθαι Hp. Mochl. 20; κ. γῆν περιιδεῖν τμηθεῖσαν Th. 2.18; μὴ κατόκνει . . πορεύεσθαι Isoc. 1.19: c. acc., τὴν στρατείαν App. Mith. 110: abs., shrink back, A. Pr. 67, Th. 2.94, Isoc. 6.75, D. 29.1, etc.; to be sluggish, εἰ τῇ δυνάμει κ. [ἡ ψυχή] Phld. Mus. p.30 K.