λῐθ-άς · lith-as — LSJ
= λίθος, stone, σεῦεν κύνας . . πυκνῇσιν λιθάδεσσιν Od. 14.36; θάλαμον δέμον . . πυκνῇσιν λ. 23.193; collectively, shower of stones, A. Th. 158 (lyr.); heap of stones, λιθάδας τε καὶ ἕρμακας ἐνναίοντες, of snakes, Nic. Th. 150 (v.l. λίθακας).