μᾰλός · malos — LSJ
white-tailed
= ἀμαλός, only in ἄρνα μαλήν, a wrong division of ἄρνʼ ἀμαλήν, Il. 22.310. μαλοσόα ὁδός· ᾗ τὰ πρόβατα βαδίζει, Hsch. (μαλόσα cod.); cf. ἱπποσόα, μηλοσόη. μάλουρος, ον, and fem. μάλουρις, white-tailed, Id. μᾱλοφόρος, μᾱλοφύλαξ, Dor. for μηλοφ-. μαλόχιον· σπαθητόν, Id.