μηνίω · mēniō — LSJ
cherish wrath, be wroth against, c. dat. pers., μήνιʼ Ἀχαιοῖσιν Il. 1.422; Ἀγαμέμνονι μήνιε δίῳ 18.257; Ἀθηναῖοι ὑμῖν μηνίουσι Hdt. 9.7.βʹ, cf. 5.84, 7.229: c. gen. rei, ἱρῶν μηνίσας because of . . , Il. 5.178; πατρὶ μηνίσας φόνου S. Ant. 1177; ἔργου ἕκατι τοῦδε μ. Id. Tr. 274; θεοῖς . . μηνίουσιν ἐς γένος Id. OC 965: c. acc. cogn., οὐδʼ ἃ μηνίεις φράσας ib. 1274: in Hom. mostly abs., and of heroes, μήνιʼ Ἀχιλλεύς Il. 12.10, etc.: rarely of common men, ὁ ξεῖνος δʼ εἴ περ μάλα μηνίει Od. 17.14: M