μερμηρ-ίζω · mermēr-izō — LSJ
intr., to be anxious or thoughtful, to be in doubt: folld. by ὡς, etc., μερμήριζε κατὰ φρένα, ὡς Ἀχιλῆα τιμήσῃ was debating how he should . . , Il. 2.3; μερμήριξε . . , ὅππως ἐξαπάφοιτο Διὸς νόον 14.159; μερμήριζεν, ὅπως ἀπολοίατο πᾶσαι νῆες Od. 9.554: more freq. διάνδιχα μερμήριξεν, ἢ . . , ἦε . . debated anxiously whether . . , or . . , Il. 1.189; μερμήριξε δʼ ἔπειτα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν, ἢ . . , ἦ . . 5.671; δίχα δὲ φρεσὶ μερμήριζεν, ἢ . . , ἦ . . Od. 22.333; δίχα θυμὸς ἐνὶ φρεσὶ μερμηρί
trans., devise, contrive, πολλὰ φρεσὶ μερμηρίζων Od. 1.427; ἀεικέα μ. 4.533, al.; δόλον . . ἐνὶ φρεσὶ μ. 2.93; φόνον ἡμῖν μερμηρίζει ib. 325; εἰ δύνασαί τινʼ ἀμύντορα μερμηρίξαι 16.256.—Ep. Verb, censured in Prose by Luc. Hist.Conscr. 22, Bis Acc. 2.