μεταίτιος · metaitios — LSJ
being the joint cause of, accessory to, τοῦ φόνου Hdt. 2.100, 4.202, cf. A. Ch. 134; τοῦ πολέμου, τοῦ μηδισμοῦ, Hdt. 7.156, 9.88; τῆσδε βουλῆς A. Ch. 100; τοῦδε πάθους S. Tr. 260, cf. 447; τούτων οὐ μ. πέλει, ἀλλʼ . . παναίτιος A. Eu. 199; κακουχίας μ. Pl. R. 615b: c. dat. pers. added, θεοὺς . . τοὺς ἐμοὶ μεταιτίους νόστου who were accessory to my return, A. Ag. 811: c. dat. et inf., ἥ μοι μητρὶ μὲν θανεῖν μόνη μεταίτιος (for τοῦ θανεῖν) S. Tr. 1234; πλείστοις μεταίτιος εἶ . . ἀπολωλέναι X. HG 2