μεταφέρω · metapherō — LSJ
carry across, transfer, τι εἴς τι Id. Ti. 73e; ἐκ τῶν ἀπόρων εἰς τοὺς εὐπόρους τὰς τριηραρχίας D. 18.108; ἀπὸ τούτου ἐφʼ ἕτερον δικαστήριον Lex ap.eund. 21.94; τὴν ἀδικίαν εἰς τὸν αὑτοῦ νόμον Id. 24.76; ἐπὶ μὴ προσήκοντα πράγματα τοὺς λόγους Id. 20.113; divert funds to other uses, SIG 577.65 (Milet., iii/ii B. C.); μ. κέντρα πώλοις apply the goad to the horses in turn, E. Ph. 178 (lyr.); μ. ἐπʼ ἀνθρώπους τὰς μηχανάς X. Cyr. 1.6.39; shift, μ. τὰ σκεύη Thphr. Char. 10.6; μ. τι ἐπὶ τἀληθές translat
change, alter, εἰ καὶ πάλιν γνώμην μετοίσεις S. Ph. 962; μ. τοὺς χρόνους D. 18.225; τὴν ἀξίωσιν μ. change, confound, Aeschin. 3.220; of Poets, μ. ταὔτʼ ἄνω τε καὶ κάτω Xenarch. 7.2:— Pass., μετενήνεκται ὑμῖν τὰ τῆς πόλεως δίκαια Aeschin. 3.193; κύνες πυκνὰ μεταφερόμεναι doubling and casting about, X. Cyn. 4.5.
Rhet., transfer a word to a new sense, use it in a changed sense: and abs., employ metaphor, Arist. EN 1167a10:—Pass., εὖ μετενήνεκται Id. Rh. 1405b6, cf. μεταφορά II; ἀφʼ ἑτέρων πραγμάτων μ. τὰς ὀνομασίας Phld. Rh. 1.167 S.
μ. τοὔνομα ἐπὶ τὸν λόγον transfer the word to its literal meaning, re-interpret it etymologically, Arist. Top. 112a32.