μεταποι-έω · metapoi-eō — LSJ
alter the make of a thing, remodel, νόμους D. 18.121; πάντα ἐς τοὺς τρόπους τοὺς παραπλησίους μ. Hp. Fract. 26; εἰς γάμον ἀπὸ τῆς θυσίας μ. τὴν εὐωχίαν Hld. 5.29, cf. Porph. Antr. 36: abs., μεταποίησον re-compose the verse, Sol. 20.3:—Pass., -ποιεῖσθαι εἰς τὸ δέον A.D. Synt. 199.18.
Med., lay claim to, pretend to, c. gen. rei, e.g. ξυνέσεως, ἀρετῆς τι, Th. 1.140, 2.51; τέχνης Pl. Plt. 289e; οὐδέν σφι μετεὸν μεταποιεῦνται (sc. τοῦ ἐμπορίου) Hdt. 2.178.