μεταρρίπτω · metarriptō — LSJ
toss from side to side, ἑωυτόν Hp. Epid. 7.10, cf. Thphr. Ign. 53.
turn upside down, πάντα μεταρρίπτει θεός Simon. 62 ( = Com.Adesp. 383); τὰ καλῶς πεπηγότα μ. D. 25.90.
bring over, ἀπὸ τῆς Φιλίππου συμμαχίας πρὸς τὴν Ῥωμαίων Plb. 18.13.8, cf. 30.7.2, al.; μ. τὴν διάνοιαν ἐπί . . turn oneʼs mind to . . , Phld. Vit. p.17 J.