μεθαρμ-όζω · metharm-ozō — LSJ
dispose differently, correct, εἰ μή τι καιροῦ τυγχάνω, μεθάρμοσον (sc. με) S. El. 31, cf. Luc. Nigr. 12; transpose, δύο ὀνόματα Them. Or. 2.33c: abs., make a change, D.H. 7.66:—more freq. in Med., μεθάρμοσαι τρόπους νέους adopt new habits, A. Pr. 311; μεθηρμόσμεσθα βελτίω βίον τοῦ πρόσθεν E. Alc. 1157; μ. τὸν ἀπράγμονα βίον D.H. 11.22; ἐπὶ τὴν συνήθη δίαιταν μ. τὰς τραπέζας restore them to . . , Plu. QConv. 2.642f; μ. τι ἔς τι AP 7.712 (Erinna), Ph. 2.219 codd.; πρός τι AP 9.584.12: c. gen., fro