μητίομαι · mētiomai — LSJ
= μητιάω II, devise, contrive, μητίσομαι ἔχθεα λυγρά Il. 3.416; τοσσάδε μέρμερʼ ἐπʼ ἤματι μητίσασθαι 10.48; μέγα ἔργον ἐμητίσαντο Od. 12.373; οἱ θάνατον μητίσομαι Il. 15.349; σχέτλιʼ ἔργα βορᾶς μητίσασθαι Emp. 139; πρώτιστον Ἔρωτα θεῶν μητίσατο Parm. 13; φράζεο . . ὥς κεν ἐγὼ μητίσομʼ ἀρωγήν A.R. 3.1026: c. dupl.acc., ὃν ἂν κακὰ μητισαίμην Od. 18.27. [ῑ in fut. and aor., and late Act. μήτῑον Orph. A. 1333; ῐ in μητίομαι Pi. l.c.]