μομφή · momphē — LSJ
blame, reproof, Pi. N. 8.39; μομφῆς ἄτερ τέθνηκεν A. Th. 1015; cause of complaint, μομφὰν ἔχειν τινί Pi. I. 4(3).36; ἕν σοι μομφὴν ἔχω in one thing I blame thee, E. Or. 1069; μομφὰς ὑπὸ σπλάγχνοις ἔχειν Id. Alc. 1009; πρός τινα μ. ἔχειν Ep.Col. 3.13: c. gen., μ. ἔχων ξυνοῦ δορός S. Aj. 180 (lyr.); ὧν ἕνεκα μ. ἔχει Ar. Pax 664.