νηπῠτι-ος · nēpyti-os — LSJ
Dim. of νήπιος, little child, μηκέτι ταῦτα λεγώμεθα νηπύτιοι ὥς Il. 13.292; νηπύτιον ὥς 20.200, ἐξέτι νηπυτίης, = ἐκ νέας, from childhood A.R. 4.791; once in Ar., ν. γάρ ἐστʼ ἔτι Nu. 868.
as Adj., childish, ἐπέεσσί γε νηπυτίοισιν Il. 20.211; foolish, [βροτοί] Orph. L. 6.